Ιστορία της Βιοτεχνίας

Από τον χτίστη των Νεώσοικων ως το Βιοτέχνη της ψηφιακής οικονομίας

Αρχαιότητα

Από τα προιστορικά χρόνια η ευρύτερη περιοχή του Πειραιά ταυτίστηκε με τη ναυτιλία και τη χειροτεχνία. Ο ανώνυμος αρχαίος μάστορας, ο καραβομαραγκός που συνοψίζοντας την πείρα γενεών, εξέλιξε την θαυμαστή πολεμική τριήρη ή το φορτηγό πλοίο της Κυρήνειας, ο υφαντουργός που ύφανε το πανί των πλοίων, ο χτίστης των νεώσοικων του ναύσταθμου της Ζέας και της Μουνιχίας, ο οικοδόμος της σκευοθήκης του Φίλωνος, όλοι αυτοί οι ελεύθεροι πολίτες - βιοτέχνες είναι δημιούργημα του ίδιου πολιτισμού, αλλά και του ίδιου φυσικού χώρου που οικοδόμησε τον Παρθενώνα και δημιούργησε την Αθηναική Δημοκρατία.

19ος αιώνας

Μετά από 15 αιώνες παρακμής και εγκατάλειψης, ο Πειραιάς ξαναζωντανεύει. Αμέσως μετά την δημιουργία του πρώτου ελληνικού κράτους, επάνω στα ερείπια της αγοράς του Ιππόδαμου, εγκαθίστανται οι πρώτες παροικίες των ξεριζωμένων νησιωτών. Η φυσική θέση του Πειραιά, το πρωτόγονο αλλά ασφαλές λιμάνι, δίνουν, για άλλη μια φορά στην ιστορία, μια ευκαιρία στον κόσμο της δουλειάς να δημιουργήσει. Τα κέρδη από τις εμπορικές δραστηριότητες, και κάποια κεφάλαια από την ελληνισμό της διασποράς, βρίσκουν εδώ γόνιμο έδαφος να επενδυθούν.
Φουγάρα αρχίζουν να ξεφυτρώνουν παντού, ο πληθυσμός αυξάνει αλματωδώς, πρωτοπόρες για τον ευρύτερο χώρο των Βαλκανίων βιοτεχνίες και βιομηχανίες δημιουργούνται, μπαίνουν οι βάσεις για τη δημιουργία της πρώτης και για πολλές δεκαετίες μόνης στο ελληνικό έδαφος αμιγώς βιομηχανικής περιοχής, του Ελληνικού Μάντσεστερ, κατά την εύστοχη παρομοίωση της εποχής. 
Ο Πειραιάς, με τη βοήθεια και της ατμοκίνητης ναυτιλίας, παίρνει την σκυτάλη της δευτερογενούς παραγωγής, από το πρώτο μέχρι τότε οικονομικό κέντρο, τη Σύρο, και ανοίγει καινούργιους, για τα ελληνικά δεδομένα, δρόμους.
"Ο Πειραιάς είναι η βιοτεχνική κονίστρα, επί της οποίας έκαστος των διαφόρων πληθυσμών της εκφαίνεται και εκδηλούται η ιδιοφυία της καταγωγής και των παραδόσεών του" Οδηγός του Πειραιώς, 1906.
Ο πρώτος αιώνας της ζωής του ελεύθερου ελληνικού κράτους είναι μια ατέλειωτη διαδοχή εθνικών περιπετειών και οικονομικών κρίσεων από τη μια, και σύντομων διαλειμμάτων οικονομικής ανόδου από την άλλη. Η σχετική στέρεα όμως παραγωγική βάση του Πειραιά αποτελεί ένα σίγουρο αντίβαρο στις οικονομικές και κοινωνικές περιπέτειες.
Η παραγωγική τάξη του Πειραιά, αν και αντιμετωπίζει τον αθέμιτο ανταγωνισμό της πολιτικά κυρίαρχης εμπορομεσιτικής Αθηναικής ελίτ, για πολλά χρόνια δίνει το δικό της στυλ στην κοινωνική ζωή της πόλης.
Οι εμπορικές και βιοτεχνικές δραστηριότητες συσσωρεύουν πλούτο σε ευρύτερα στρώματα της πειραικής κοινωνίας. Επιβλητικά οικοδομήματα όπως το Δημοτικό Θέατρο, το Παλιό Δημαρχείο - Ρολόι, το Ακταίον στο Φάληρο, οι οικίες ονομαστών οικογενειών, η πλούσια, ακόμη και για τα σημερινά δεδομένα πολιτιστική ζωή, δίνουν στην πόλη ένα Ευρωπαικό αέρα.Είναι η περίφημη Πειραική ΜΠΕΛ ΕΠΟΚ. 


Μικρασιατική καταστροφή

Με τη μικρασιατική καταστροφή του 1992, τα αραιοκατοικημένα μέχρι τότε προάστια του Πειραιά δέχονται ένα μεγάλο μέρος των προσφύγων. Μέσα σε 10 χρόνια ο πληθυσμός σχεδόν τετραπλασιάζεται, και η κοινωνική σύνθεση αλλάζει. Οι βιοτεχνικές εγκαταστάσεις είναι μια πρώτη διέξοδος απασχόλησης για όλον αυτό τον ξεριζωμένο κόσμο. Η εργατικότητα και η εφευρετικότητα του είναι η σωτηρία του από την εξαθλίωση, και μαζί η διέξοδος από την οικονομική κρίση, ένα σίγουρο στήριγμα της χώρας στις συνεχείς περιπέτειες, στα ατέλειωτα εμπρός - πίσω της ιστορίας.
Σημάδι της αναζωογόνησης της βιοτεχνίας στα μέσα της δεκαετίας του 20 είναι και η ίδρυση του ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ. Για πρώτη φορά οι παραγωγικές τάξεις αποκτούν ένα συλλογικό εκπρόσωπο, που προσπαθεί να εκφράσει τις επιδιώξεις τους.
"Αυτό που χαρακτηρίζει τους περισσότερους πρόσφυγες επιχειρηματίες είναι μια μοντέρνα αντίληψη των οικονομικών ζητημάτων και των εμπορικών πράξεων. Εμπειροι οργανωτές, καινοτόμοι, πολύγλωσσοι?διαθέτουν μεγαλύτερη επιδεξιότητα, περισσότερο savoir faire και φροντίδα γι' αυτές τις λεπτομέρειες από τις οποίες εξαρτάται μερικές φορές η επιτυχία μιας επιχείρησης" (από έκθεση επιτροπής της Κοινωνίας των Εθνών του 1926).
Η κινούμενη άμμος του μεσοπόλεμου. Πολιτική αστάθεια, αλλά και βήματα προόδου. Η χώρα αρχίζει σιγά-σιγά να αποκτά τουλάχιστον σαν επιδίωξη, ευρωπαικό προσανατολισμό, παύει να θεωρείται Ανατολή. Παρ' όλες τις δυσκολίες και την κρατική ανεπάρκεια, η σχετικά γρήγορη ενσωμάτωση του προσφυγικού πληθυσμού είναι πολύ σημαντικό γεγονός για την οικονομική και κοινωνική ζωή.
Με την κήρυξη του πολέμου και την κατοχή το ρολόι της οικονομικής ζωής του Πειραιά δείχνει να σταματάει. Ο φοβερός βομβαρδισμός της 11ης Ιανουαρίου του 1944, μετά από εκείνον του 1941, έρχεται να συμπληρώσει την καταστροφή. Ο Πειραιάς εγκαταλείπεται μαζικά από τους κατοίκους του, πολλοί από τους οποίους δεν γύρισαν ποτέ πίσω. Όλη σχεδόν η παραγωγική υποδομή της περιοχής είναι ένα σωρός ερειπίων. Και ο φόρος αίματος βαρύς - πάνω από 13.000 τα θύματα επισήμως, στην πραγματικότητα ίσως πολλοί περισσότεροι.
Ο Πειραιάς βγαίνει από τον πόλεμο ματωμένος, αλλά και περήφανος- οι συνοικίες του ήταν αληθινά κάστρα αντίστασης στους κατακτητές. 


Απελευθέρωση - ' 50

Με την απελευθέρωση της χώρας, όλα αρχίζουν από την αρχή. Πέτρα την πέτρα ξαναχτίζονται οι τσακισμένες βιοτεχνίες. Με πρωτόγονα παραγωγικά μέσα, με τρομερές ελλείψεις σε υποδομές, και μέσα στις αντίξοες συνθήκες μιας αναιμικής αγοράς, αρχίζει να γυρίζει πάλι το παραγωγικός τροχός.
Έχοντας απέναντι ένα κράτος μισαλόδοξο, αντιπαραγωγικό και αδιάφορο έως εχθρικό στην παραγωγική δραστηριότητα, μέσα σε κλίμα πολιτικής αστάθειας και νομισματικής ανασφάλειας, μια εύθραστη και μίζερη οικονομία πρέπει να ξανασταθεί στα πόδια της με μόνο εφόδιο την ακάματη δουλειά και την παραδοσιακή εφευρετικότητα. Παρά τις αντίθετες προβλέψεις, έστω και με ανορθόδοξο τρόπο, πολύ γρήγορα τα καταφέρνει. 
Στις συνθήκες μιας απαιτητικής, ανταγωνιστικής και διαρκώς εξελισσόμενης αγοράς, η σύγχρονη βιοτεχνία είναι απαραίτητο να έχει την ευελιξία να προσαρμόζει, να τροποποιεί, ακόμα και να αλλάζει το προιόν της , προβλέποντας τις στροφές της καταναλωτικής ζήτησης.
Η τυποποίηση της παραγωγής, η συνεχής προσπάθεια για βελτίωση της παραγωγικότητας της εργασίας, οδηγούν στη μείωση του κόστους, στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας της επιχείρησης. 
Σε μια διεθνοποιημένη αγορά, τα όρια του ανταγωνισμού ξεπερνούν τα παλιά σύνορα. Η εξειδίκευση επικεντρώνει τις προσπάθειες στην παραγωγή ενός προιόντος με τις πιο υψηλές προδιαγραφές ποιότητας. Στην Ελλάδα της ΟΝΕ και της Ευρωπαικής Ένωσης, το τρένο της βιοτεχνίας μπορεί πια να ανοίξει ταχύτητα. Όμως οι πατροπαράδοτες συνταγές ίσως να μην αρκούν πια. Οι παραδοσιακές αρχές της εργατικότητας και της ευελιξίας είναι πια καιρός να συνταιριαστούν με την οργάνωση, τη συνεργασία και τη νέα επιχειρηματικότητα. Παράδοση και καινοτομία - ένας δύσκολος, αλλά αναγκαίος συνδυασμός.

 

‹‹ πίσω

Αναζήτηση

Εγγραφείτε στο Newsletter